Τα κλειδιά

Posted in Uncategorized on 3 Αυγούστου, 2011 by starkwell

Μου έλεγε για χθες το πρωί που βγήκε να πάει στο σούπερ μάρκετ. Πριν προλάβει να στρίψει στη γωνία, βλέπει έναν παππού να σκοντάφτει στο κολονάκι της απέναντι και να πέφτει κάτω. Εκείνος δεν πρόλαβε να βάλει τα χέρια μπροστά και χτύπησε άσχημα, του έσπασε και ένα δόντι. Έτρεξε και τον μάζεψε μαζί με μια άλλη γυναίκα. Ήταν ζαλισμένος και τον έβαλαν να καθίσει στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Μια δεύτερη γειτόνισσα κατέβηκε με ένα μπουκαλάκι νερό και του καθάρισε τα αίματα από το πρόσωπο. Εκείνη πήγε να μαζέψει τα πράγματα που είχαν πέσει από τις τσέπες του παππού. Μία χτένα, ένα χιλιογραμμένο μπλοκάκι, ένα στύλο μπικ και ένα μάτσο κλειδιά δεμένα με ένα κομμάτι σχοινί. Της θύμησαν τον δικό της παππού που κι εκείνος είχε δεμένα έτσι τα κλειδιά του. Την πήραν τα κλάματα. Κοίταξε τον παππού που είχε αρχίσει να συνέρχεται και προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Του έδωσε τα πράγματα και τον ρώτησε αν ήθελε να πάρουν τηλέφωνο κάποιον δικό του. Εκείνος την ευχαρίστησε και της είπε πως δεν ήταν ανάγκη αφού έμενε δυο τετράγωνα πιο κάτω. Της έδωσε την ευχή του.

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα

Posted in Uncategorized on 14 Μαΐου, 2011 by starkwell

Η μυρωδιά του καμένου λαδιού σκεπάζει τα πάντα. Το ακριβό άρωμα, το καινούργιο αφτερσέιβ, το καπνό του τσιγάρου που έχει σκαλώσει στο βραδινό φόρεμα και τις ξανθές μπούκλες. Οι λάμπες νέον τυφλώνουν, κρύβουν το χυμένο αλκοόλ και τη μεθυσμένη γυαλάδα των ματιών. Το βουητό των ψυγείων σκεπάζει τα αστεία, τα πονηρά γέλια και τους ψίθυρους στο αυτί που κρύβεται κάτω από τις ξανθές μπούκλες. Τα ψυγεία ανταγωνίζονται τη τηλεόραση που είναι κρεμασμένη σχεδόν τρία μέτρα πάνω από τα λαδωμένα πλακάκια.

»Για να δούμε, θα αρέσει το νυφικό που διάλεξε ο Γιάννης στη Κική?»

Τα μάτια του κοιτάζουν βαριεστημένα ψηλά σχεδόν τρία μέτρα από το πάτωμα. Το χέρι του πιάνει το ποτήρι με το φραπέ και πίνει δυο γουλιές. Τρίβει το σβέρκο του και ισιώνει το γιακά της μπλούζας. Κοιτάζει έξω από το μαγαζί τα μαζεμένα ταξί. Δύο ταρίφες μιλάνε δυνατά, ένας τρίτος πλησιάζει να ακούσει, ένας τέταρτος λαγοκοιμάται στο τιμόνι. Τρίβει ξανά το σβέρκο του και χασμουριέται.

»Ωχ ωχ! Την έχει άσχημα ο Γάννης! Δεν άρεσε καθόλου στη Κική το ροζ νυφικό με το βαθύ ντεκολτέ. Την πάτησες Γιάννη!»

-Γειά χαρά!

-Γειά σου φίλε μου.

-Ένα σάντουιτς με κοτόπουλο θέλω.

-Απ’όλα βάζω μέσα?

-Ε, ναι.

Ένα μαύρο αυτοκίνητο σταματάει έξω από το μαγαζί πίσω από το ταξί με τον κοιμισμένο ταρίφα. Πρώτα βγαίνει ένας τύπος με μαύρο κοστούμι και ζελέ στα μαλλιά, έπειτα μια ξανθιά κοντούλα με πανέμορφες μπούκλες. Ο τύπος την πιάνει από τη μέση και τη φιλάει στο λαιμό. Μπαίνουν στο μαγαζί.

-Στο χέρι φίλε μου?

-Αν μπορείς κάντο πακέτο.

-Και βέβαια μπορώ φίλε μου. Ορίστε.

-Ευχαριστώ! Καλή συνέχεια.

-Να’σαι καλά φίλε μου.

Τα μάτια του τώρα κοιτάζουν κάπου στο ενάμιση μέτρο από το πάτωμα. Τα μάτια της κοντούλας γυαλίζουν και το φόρεμά της έχει ένα λεκέ από βότκα. Οι ξανθές της μπούκλες είναι πανέμορφες ακόμα και με το πρόσωπο του τύπου χωμένο μέσα τους.

»Κακομοίρη Γιάννη!»

Tell the elves

Posted in Uncategorized on 20 Δεκεμβρίου, 2010 by starkwell

(Μετά από 3 σερί βιβλία του Μάρκες) Ξεκίνησα να διαβάζω μια βιογραφία του Βέγγου που είχα πάρει πέρυσι στο παζάρι βιβλίων στη Κοραή. Είναι λες και την έχει γράψει ο Λαζόπουλος, τόσο χάλια. Το μόνο που αξίζει στο βιβλίο είναι μια φωτογραφία του Βέγγου μετά το τέλος των γυρισμάτων του Δόκτωρ Ζιβέγγος όπου ντυμένος με τα ρούχα της τελευταίας σκηνής ξεκαρφώνει μια ταμπέλα για να παραδώσει το στούντιο στους κλητήρες. Αντιστάρ όσο δεν πάει.

Είχα πάρει και ένα βιβλίο για τον σουρεαλισμό στον κινηματογράφο που και αυτό αποδείχτηκε μεγάλο φιάσκο. Ένα άγαρμπο κολάζ κειμένων χωρίς καμία συνοχή. Τόσο άγαρμπο που καλύτερα να λεγόταν »Ο σουρεαλισμός στο βιβλίο. Αυτό το βιβλίο». Και τα δύο τα έχει γράψει ο ίδιος συγγραφέας.

Κατά τ’άλλα…

ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

This post is to get ‘WHY CAN’T THIS BE LOVE’ by BLAAS OF GLORY to the Christmas No.1 spot for 2010.

1-&3-&1

Posted in Uncategorized on 10 Δεκεμβρίου, 2010 by starkwell

Μερικές φορές γνωρίζεις έναν άνθρωπο και ξέρεις ότι μαζί του θα πεις κάτι παραπάνω από »χάρηκα για τη γνωριμία». Όταν τον βλέπεις δεν θα λέτε απλά ένα »γειά, πως πάει?» αλλά θα κάθεστε σε ένα παγκάκι και θα του λες  »μου έλειψες ρε συ, κάτσε να σε δω λίγο γιατί μου φαίνεται ότι ομόρφυνες». Και σίγουρα δεν θα του πεις ποτέ »ναι ρε, να κανονίσουμε καμιά φορά, τα λέμε». Είναι σαν να τον ήξερες από πάντα.

Εγώ αυτό το παθαίνω με τραγούδια.

+1UP

Posted in Uncategorized on 14 Νοεμβρίου, 2010 by starkwell

Δεν θα πάρεις ποτέ νόμπελ λογοτεχνίας και όμως συνεχίζεις να γράφεις (το πολύ πολύ να πάρεις το πούλι-τζερ. wink! wink! is your wife a goer?). Δεν θα σε πάρουν ποτέ στο magnum και όμως συνεχίζεις να τραβάς φωτογραφίες. Δεν θα παίξεις ποτέ με τον Νταλάρα τους Rosenberg Trio και όμως συνεχίζεις να παίζεις κιθάρα. Πραγματικά δεν χέστηκε κανένας που έλυσες το δύσκολο σουντόκου ή που πήρες Α’ στα καλλιτεχνικά (χρωματική κλίμακα των ψυχρών χρωμάτων). Το 8 στην ισοτοπική υδρογεωλογία δεν θα σε γλιτώσει απ’τον ψηλό με το δρεπάνι.

Μόνο όταν συνειδητοποιήσεις την ματαιότητα της ζωής σου θα περάσεις πίστα. Μέχρι και κανονάκι μπορεί να πάρεις.

Μανιφέστο

Posted in Uncategorized on 3 Νοεμβρίου, 2010 by starkwell

Παραμονές εκλογών και οι τοίχοι του κέντρου είναι καλυμμένοι με σπρέι. Από τις ταράτσες έως τα πεζοδρόμια τεράστια στένσιλ έχουν σημαδέψει τους τοίχους με γράμματα. Τόσο μεγάλα που για να διαβάσεις το μήνυμά τους  πρέπει να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο.

»Ένας παπάς μπαίνει σε ένα μπαρ και λέει του μπάρμαν…»

Ανέκδοτο?! Ναι. Οι βρώμικοι τοίχοι της πρωτεύουσας είναι γεμάτοι με ανέκδοτα. Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πειραιώς… παντού διαβάζεις για έναν Άγγλο, έναν Γάλλο και έναν Πόντιο. Κοντά στο Σύνταγμα τα ανέκδοτα γίνονται σόκιν και οι μανάδες κλείνουν τα μάτια των παιδιών τους ενώ οι πατεράδες γέλανε κάτω απ’τα μουστάκια τους. Η Αθήνα είναι λες και ξέρασε ο Τοτός.

Ποιός τα έγραψε όμως και γιατί? Ένας περιπτεράς στην Ομόνοια είπε ότι τα έγραψε ο Κακλαμάνης για να κάνει τους Αθηναίους να γελάσουν και να ξεχάσουν τη σαπίλα που τους περιβάλλει. Κάποιος ταρίφας της πιάτσας είπε ότι είναι σχέδιο των Αμερικάνων για να ρίξουν τον Γιωργάκη. Ένας άλλος απ΄την Αβραμιώτου είπε ότι είναι παρέμβαση των »ατενίστας» και ότι τα στένσιλ είναι προσωρινά και θα ξεβάψουν με τη πρώτη βροχή.

Όποιος και να τα έγραψε πάντως, το αποτέλεσμα ήταν οι Αθηναίοι να σκάσουν στα γέλια. Υστερικά γέλια μέχρι δακρύων ακούγονται από παντού και τα περιστέρια πετάγονται τρομαγμένα ψηλά στον ουρανό. Στο τέλος τα γέλια σκεπάζουν τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων και τα μπινελίκια των οδηγών. Εγώ ανατριχιάζω.

10.10.10

Posted in Uncategorized on 10 Οκτωβρίου, 2010 by starkwell

Σκοτάδι, λίγα σύννεφα γύρω από ένα μισό φεγγάρι και παγωνιά. Όχι κρύο, αλλά μια βουβή παγωνιά που σου σκίζει το μπλουτζίν και σου σηκώνει τις τρίχες. Ακόμα και αν είναι ξυρισμένες. Το δάσος είναι στη θέση του και υπάρχει μια ησυχία σχεδόν μοναστηριακή. Κάνε το σταυρό σου λοιπόν και μπες μέσα προσέχοντας τις τεράστιες ρίζες των δέντρων που σκεπάζουν το έδαφος. Στα δεξιά σου θα δεις μια μικρή λίμνη με πράσινο νερό. Αν είναι νερό δηλαδή αυτό το πράγμα… Θα μπορούσε να είναι λικέρ αχλάδι ή μια λιωμένη συρταριέρα σε πράσινη λάκκα όμως δεν είναι.

Θυμάσαι που ήθελες να φτιάξεις συγκρότημα με τα παιδιά απ’τη σχολή? Κάλα ήταν μέχρι που ήρθε ο Ντίνος και γαμήθηκε το πράμα. Και η Λένα? Πωωω ρε συ… Λένα αν το διαβάζεις αυτό, φόρεσε κάτι ζεστό στον πανέμορφο κώλο σου και έλα να με βρεις. Έχει παγωνιά έξω.

Ένα κορίτσι που το έλεγαν Γιάννη

Posted in Uncategorized on 28 Αυγούστου, 2010 by starkwell

Σύμφωνα με τον κανόνα του Gloger (Constantin Wilhem Lambert Gloger 1803 – 1863), οι οργανισμοί που ζουν σε υγρό και ζεστό περιβάλλον έχουν κατά κανόνα ζωηρά χρώματα. Αυτό είναι προφανές αν επισκεφτείς οποιαδήποτε χώρα κοντά στον Ισημερινό.

Δεν έχω πάει ποτέ μου στο Μπομ Χεσούς, ούτε έχω πατήσει αχινό στο Ελ Μπάχο, όμως στο ίδιο συμπέρασμα με τον γερμανό ζωολόγο κατέληξα όταν βρέθηκα στην παραλία. Οι 40 βαθμοί και το φλατς της θάλασσας είχαν σαν αποτέλεσμα τη θεαματική  αύξηση του αριθμού των χρωματιστών μπικίνι. Κόκκινα, φούξια, κίτρινα, μπλέ, τα πάντα. Και μαύρα, αλλά το μαύρο δεν είναι χρώμα. Τα περισσότερα μπικίνι τα φορούσαν κορίτσια-κοπέλες-γυναίκες ενώ υπήρχαν άλλα που απλώς στέγνωναν μακρία από το σώμα που αρχικά τα φιλοξενούσε.

Ένα σετ από αυτά τα μαγιό (κόκκινο με άσπρα σχεδιάκια και άσπρη δαντέλα) στέγνωνε παρέα με το σώμα της Σοφίας. Η Σοφία είχε έρθει στην παραλία με τη ροζ βέσπα της αδερφής της, μιας και το αυτοκίνητό της είχε μείνει από βενζίνη και άντε να έβρισκε βενζίνη τώρα. Ποιο πιθανό ήταν να έβρισκε ένα χρυσό στέμμα θαμένο στην άμμο παρά  βενζινάδικο με γεμάτες δεξαμενές. Και έτσι όπως το σκέφτηκε, έσκαψε με το πόδι της την παραλία δίχως όμως να χτυπήσει το δάχτυλό της σε κάποιο διαμάντι.

Την ώρα που η Σοφία (και το μαγιό της) στέγνωναν στον ήλιο, εγώ φόραγα τα ακουστικά για να ακούσω το καινούργιο των Arcade Fire. Ζεστό και πορτοκαλί μου φάνηκε. Ταίριαζε με τον Αύγουστο και με αρκετά μαγιό της παραλίας. Όταν τελείωσε ξεκίνησε το Pornography των Cure (παγωμένο και πράσινο) που ήταν το επόμενο άλμουμ στο mp3. Στο δεύτερο κομμάτι αποκοιμήθηκα. Είδα ότι είχα μια μικρή αδερφή, 6 χρονών, που την έλεγαν Γιάννη. Το σπίτι που μέναμε ήταν λέει χτισμένο πάνω σε ένα ινδιάνικο νεκροταφείο και τα πνεύματα των νεκρών ήθελαν την Γιάννη για βασίλισσά τους. Η πραγματική βασίλισσα Ζωζώ όμως δεν ήθελε να αφήσει το θρόνο της και γι’ αυτό πρότεινε μια αναμέτρηση όλα-ή-τίποτα στα Τουρκοβούνια. Ξύπνησα στο Figurehead.

Όση ώρα κοιμόμουν, η Σοφία είχε πιεί μια πορτοκαλάδα μπλε και είχε χασμουρηθεί δύο φορές. Έστειλε μήνυμα σε κάτι ξαδέρφες της και κανόνισε για ποτό το βράδυ. Θα έπαιζε μουσική ένας γνωστός της στη Χώρα και θα πήγαιναν όλες μαζί να τον δουν. Μάζεψε την πετσέτα της και έφυγε από τη παραλία.

Έφυγα και εγώ μετά από λίγο για να προλάβω το λεωφορείο της επιστροφής. Το βράδυ θα πήγαινα σε ένα μαγαζί στη Χώρα όπου θα έπαιζε ένας σωσίας του Robert Smith.

''Πάνω απ'το πτώμα μου θα πάρεις τον θρόνο. Μου-χα-χα-χα!''

Ήρθα για να φύγω (γκντούπ!)

Posted in Uncategorized on 1 Αυγούστου, 2010 by starkwell

Όταν κάθισα στη θέση μου (15 από τη μέσα πλευρά του παραθύρου) ο αέρας του κλιματιστικού είχε ήδη παγώσει το κάθισμα. Προσπάθησα να το κλείσω αλλά το κουμπί ήταν μάλλον διακοσμητικό. Το λεωφορείο ήταν μισοάδειο. Ή μισογεμάτο, εξαρτάται πως το βλέπει κανείς. Στο διχτάκι (για τα περιοδικά?) του μπροστινού καθίσματος βρήκα το χαμένο leitmotif της Μισιρλού. Περίμενα ότι θα διαλυθεί στα χέρια μου αλλά τελικά ήταν σκληρό σαν ταυτότητα. Ιδανικό για να ανοίγει πόρτες όταν δεν έχεις τα κλειδιά μαζί. Οι γέροι μροστά μου τσακωνόντουσαν. Δεν ξέρω για ποιο πράγμα γιατί είχα ακουστικά στα αυτιά. Στην άκρη του δρόμου παρκαρισμένα φορτηγά. Ο Σεπτέμβρης ήρθε τον Ιούλιο (γκντούπ!).

What’s next to the moon?

Posted in What's next to the moon? on 12 Ιουλίου, 2010 by starkwell

Ξέρεις τη φράση που λέει πως πίσω από κάθε επιτυχημένο άντρα κρύβεται μία έξυπνη γυναίκα? Ε, αυτό ίσχυε και για μένα, μόνο που η γυναίκα μου ήταν τόσο χοντρή που ήταν αδύνατο να κρυφτεί πίσω μου. Ήταν τεράστια! Αν δεν ήταν τόσο πλούσια θα χρειαζόμουν δύο δουλειές για να τη ταΐσω. Για την ακρίβεια ο πατέρας της ήταν ο πλούσιος. Πλούσιος και με γνωριμίες. Είχε το ξενοδοχείο »La Mirage», δύο εμπορικά στο κέντρο και τα μισά φαστφουντάδικα της πόλης. Στο ξενοδοχείο μπαινόβγαιναν πολιτικοί, τραγουδιστές, αθλητές, θηριοδαμαστές… όλες οι προσωπικότητες της χώρας. Αργά ή γρήγορα κάποιος από αυτούς θα πρόσεχε το ταλέντο μου. Έτσι νόμιζα. Γι’αυτό και ανεχόμουν τις μαλακίες του »μπαμπά» και τα μπουκωμένα μάγουλα της κόρης του. Θεέ μου πόσο χοντρή ήταν!

Εγώ από μικρός ήθελα να παίξω σε συγκρότημα. Όταν ήμουν έξι βγήκα με τα ξαδέρφια μου να πούμε τα κάλαντα. Εκείνα πήραν τρίγωνα και σε μένα έδωσαν ένα ντέφι που περίσσευε και δεν ήθελε κανείς. Τότε βρήκα το όργανό μου. Ήμουν πολύ καλός στο ντέφι. Έπαιζα τα πάντα, από βαλς μέχρι καρσιλαμά. Οι γονείς μου βέβαια είχαν αντιρρήσεις, μου έλεγαν »γιεγιές θα γίνεις?» και άλλα τέτοια. Η γιαγιά μου φοβόταν ότι θα γίνω σατανιστής. Εγώ όμως ήμουν αποφασισμένος και στα 16 το έσκασα απ’το σπίτι για να ακολουθήσω το όνειρό μου.

Πέρασα πολύ δύσκολα στην αρχή. Κανένα συγκρότημα δεν με ήθελε. Ούτε για να τους κουρδίζω τα όργανα. Είχα ζοριστεί τόσο που μου πέρασε απ’το μυαλό να παίξω στα πανηγύρια. Ευτυχώς όμως βρήκα δουλειά σε ένα τσίρκο. Έπαιζα ντέφι για μια αρκούδα. Δε λέω τη γυναίκα μου -Θεέ μου πόσο χοντρή ήταν!- αλλά κανονική αρκούδα. Δεν ήταν ότι ακριβώς ονειρευόμουν αλλά τουλάχιστον είχα ένα κοινό που με χειροκροτούσε κάθε βράδυ. Ήμουν τόσο καλός που στο τέλος με φώναζαν να ξαναπαίξω και η αρκούδα ζήλευε γι’αυτό. Νομίζω ότι έβαζε λόγια στο αφεντικό για να με διώξει…

Σε κάποια από τις παραστάσεις γνώρισα τη γυναίκα μου. Αρχικά δε την πρόσεξα, πράγμα περίεργο αφού ήταν μεγαλύτερη και από την αρκούδα. Στο διάλειμμα όμως κάποιος την έπιασε να τρώει τις μπανάνες που είχαμε για τις μαϊμούδες και έγινε χοντρή -Θεέ μου πόσο χοντρή!- φασαρία. Η γυναίκα μου έβαλε τις φωνές, τα άλογα τρόμαξαν και έριξαν κάτω τους ακροβάτες, τα λιοντάρια έφαγαν δύο κλόουν και οι ελέφαντες έκατσαν πάνω στο αφεντικό. Τελικά τη νύφη -τη γυναίκα μου δηλαδή- τη πλήρωσα εγώ. Το αφεντικό θεώρησε εμένα υπεύθυνο για το μπάχαλο και με έδιωξε με τις κλωτσιές. Είμαι σίγουρος ότι αυτή η κουφάλα η αρκούδα έβαλε την ουρά της.

Ένα τέταρτο αργότερα ήμουν στη λιμουζίνα της γυναίκας μου και πηγαίναμε στη βίλα της. Μου είπε ότι ένιωθε άσχημα για την απόλυσή μου μιας και ήταν δικό της το φταίξιμο. Το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να μου προσφέρει ένα πλούσιο δείπνο, είπε. Το περισσότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να με παντρευτεί και να μου δώσει μια δουλειά στο ξενοδοχείο του πατέρα της. Και αυτό έκανε.